Εμβόλιο - Το ΕΚΠΑ δίνει απαντήσεις αναφορικά με τη δεύτερη δόση Ημερομηνία:
6/9/2021, 08:00 - Εμφανίσεις: 253
Οι Καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γκίκας Μαγιορκίνης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ), απαντούν σε συχνά ερωτήματα αναφορικά με τη δεύτερη δόση του εμβολίου για τον SARS-CoV-2.
Πόσο κακό ή καλό είναι που καθυστέρησα την δεύτερη δόση του εμβολίου μου; Η βέλτιστη χρονική απόσταση των δόσεων των εμβολίων ώστε να αναπτυχθεί η μέγιστη δυνατή ανοσία έχει μελετηθεί εκτεταμένα.
Βασικές αρχές ανοσολογίας λένε ότι μεταξύ πρώτης και ενισχυτικής δόσης θα πρέπει να υπάρχει ένα χρονικό διάστημα 2-3 μηνών καθότι τα Τ-κύτταρα μνήμης με υψηλή πολλαπλασιαστική ικανότητα χρειάζονται αρκετές εβδομάδες για να μορφοποιηθούν.
Ομοίως τα Β κύτταρα μνήμης χρειάζονται μερικούς μήνες για να αναπτυχθούν.
Μαθηματικά μοντέλα με βάση τις ανοσολογικές αποκρίσεις σε πειραματόζωα, προτείνουν ότι η ενισχυτική δόση οποιουδήποτε εμβολίου πρόκειται να έχει καλύτερα αποτελέσματα όταν χορηγηθεί 45 με 90 ημέρες έπειτα από την πρώτη δόση.
Το χρονικό διάστημα μεταξύ των δόσεων Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα προτεινόμενα χρονικά διαστήματα μεταξύ των δόσεων των εμβολίων είναι τα ελάχιστα που θα πρέπει να ακολουθούνται ώστε να επιτευχθεί το αναμενόμενο αποτέλεσμα ανοσίας.
Για παράδειγμα αν ένας εμβολιασμός απαιτεί 2 δόσεις, οι οποίες έχουν απόσταση μεταξύ τους 1 μήνα, τότε αν η δεύτερη δόση δεν γίνει στο μήνα, θα μπορούσε να ολοκληρωθεί οποτεδήποτε, ακόμα και μήνες ή χρόνια μετά, ώστε να θεωρηθεί ο εμβολιασμός πλήρης.
Σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται να ξανα-ξεκινήσει το εμβολιαστικό σχήμα.
Η αρχή αυτή της ανοσοποιήσης εφαρμόζεται σε όλους τους εμβολιασμούς και είναι καταγεγραμμένη τόσο στις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, του CDC όσο και του πράσινου βιβλίου ανοσοποίησης του PHE.
Η ανοσολογική απάντηση είναι πιο καλή μετά από καθυστέρηση της δεύτερης δόσης Επιπλέον των βασικών αρχών ανοσοποίησης, υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δείχνουν ότι η καθυστέρηση της δεύτερης δόσης στα υπάρχοντα εμβολιαστικά σχήματα COVID-19 οδηγεί σε πιο καλή ανοσολογική απάντηση.